Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ F/ B: ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΚΙ ΑΔΙΚΟ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΜΕΓΑΛΟ Η ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ (!).

«Η γλώσσα αγαθόν τε και φαύλον ανθρώποις».

Η σημασία της γλώσσας για την ανάπτυξη της κοινωνίας και την εξέλιξη του ανθρώπου υπήρξε χωρίς αμφιβολία μεγάλη, μοναδική και ανεκτίμητη, καθόσον αυτή ήταν εκείνη πάνω στην οποία στηρίχτηκε η ανθρώπινη συνεννόηση για να δημιουργήσει αυτόν τον πολιτισμό που βιώνουμε σήμερα και δικαίως ο Ανάχαρσις τη χαρακτηρίζει ως «αγαθόν» μέγα καλό και πρώτο, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις το αγαθό αυτό καθίσταται επιβλαβές, φαύλον και ανήθικον, με λίγα λόγια μια μάχαιρα της δυστυχίας και της καταστροφής. Δυστυχώς όμως στις μέρες μας βιώνουμε ένα οξύτατο γλωσσικό πρόβλημα, μια χαμηλή ποιότητα του λόγου, την υποβάθμιση της γλώσσας μας που αν δε ληφθούν άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα, υπάρχει φόβος να απολέσουμε ακόμη κι αυτή την εθνική μας ταυτότητα.

Γλώσσα λέγοντας εννοούμε μια έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να εκφράζεται προφορικά και γραπτά και να επικοινωνεί και να συνεννοείται με το συνάνθρωπό του. Με άλλα λόγια η γλώσσα είναι ο τελειότερος κώδικας της ανθρώπινης επικοινωνίας. Είναι ένα σύστημα σημείων – συμβόλων, στην προκειμένη περίπτωση λέξεων, με τα οποία μεταδίδονται μηνύματα. Όπως κάθε σύστημα σημείων, έτσι και η γλώσσα, απαιτεί από τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας τη γνώση ενός μηχανισμού. Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί με λέξεις και με κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους και τις μεταξύ τους σχέσεις. Η σωστή γνώση κατά συνέπεια του μηχανισμού αυτού αποτελεί βασική προϋπόθεση μιας απρόσκοπτης και εποικοδομητικής επικοινωνίας.

Προκειμένου η γλώσσα να καταστεί αποτελεσματικό μέσο συνεννόησης των ανθρώπων απαιτείται γνώση τόσο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου, δηλ. η ομιλία, η έκφραση και τα συμβολικά σημεία, η γραφή, οι εκφραστικοί τύποι, τα γράμματα και η διατύπωση. Ο «λόγος», δηλ. η σκέψη και η έκφραση δεν έχουν όρια, καθόσον ένα χαρακτηριστικό της γλώσσας είναι η απεραντοσύνη της. Η γλώσσα είναι ο κόσμος ολόκληρος, είναι η ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις. Αποκρυσταλλώνει την ιδιοσυγκρασία και την προσωπικότητα του κάθε ατόμου. Είναι η συνάντηση και η αναζήτηση των άλλων ανθρώπων, είναι μια εκπομπή μηνυμάτων προς ολόκληρη την ανθρωπότητα. Είναι τα αισθήματα, οι ενέργειες και οι σκέψεις μας. Είναι ακόμη η εκφραστική συμπεριφορά (χειρονομίες, εκφράσεις, ακόμη και το ντύσιμο), η οποία ολοκληρώνει το λόγο και λειτουργεί εμφαντικά και ισότιμα μ’ αυτόν. Είναι η αναζήτηση του εσωτερικού μας κόσμου, αλλά και η επικοινωνία που ολοκληρώνει την προσωπικότητά μας. Εκφράζει την πεζή πραγματικότητα της καθημερινότητας, αλλά και το φιλοσοφικό και επιστημονικό στοχασμό, με απλά λόγια η γλώσσα έχει απεριόριστες δυνατότητες και ανταποκρίνεται σε όλες τις ανάγκες της ζωής, διότι απλά είναι πολύμορφη. Αλλά πέρα απ’ αυτό η γλώσσα έχει καταλυτική δύναμη, είναι παντοδύναμη, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από πνευματική καλλιέργεια και κοινωνική καταξίωση. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να’χει άδικο θυμόσοφος ο λαός μας όταν λέει: «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Άλλη μια δυνατότητα που προσφέρει η γλώσσα είναι η αξιολόγηση προσώπων και καταστάσεων. Για παράδειγμα το κάπνισμα άλλος το βλέπει ως απόλαυση και άλλος ως αιτία αρρώστιας. Επίσης, τις ίδιες τις λέξεις τις διαφοροποιεί ως προς τη σημασία, αφού ο άγγελος στην τραγωδία για παράδειγμα σημαίνει τον αγγελιοφόρο και στη θρησκεία τον εκπρόσωπο του Θεού. Τέλος, η γλώσσα προσδίδει διαφορετική απόχρωση σε μια έννοια ανάλογα με το ποιος τη χρησιμοποιεί, και τούτο διότι απλά άλλο νόημα έχει η ελευθερία για τον Κούρδο και άλλη για μας τους Έλληνες. Συνεπώς, αυτό το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος δεν πρέπει να το υποτιμούμε και να το περιφρονούμε, γιατί μια τέτοια αντιμετώπιση θα μας οδηγήσει, όπως λέει ένας φιλόσοφος, στο βρικολάκιασμα και στον αφανισμό.

Είναι γεγονός και μάλιστα αδιαμφισβήτητο ότι η γλώσσα είναι έννοια ταυτόσημη του πολιτισμού. Η επιβεβαίωση της αληθείας αυτής μας έρχεται και από την ιστορία και από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Λαοί πολλοί πέρασαν από τον πλανήτη αυτό κι έμειναν απολίτιστοι, διότι είχαν γλώσσα φτωχή, λεξιλόγιο πενιχρό χωρίς πλαστικότητα και πλούσια εκφραστική δύναμη. Αντίθετα, οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι ανήλθαν σε περίοπτα ύψη πολιτισμού, είναι γνωστόν ότι μιλούσαν γλώσσα απαράμιλλης τελειότητας και εκφραστικής επάρκειας, για την οποία λέγεται ότι θα άρμοζε να την ομιλούν μόνο θεοί.

Αυτή τη γλώσσα εμείς οι νεότεροι οφείλουμε να τη διευρύνουμε και να την καλλιεργήσουμε σε ατομική και κοινωνική βάση, διότι η γλώσσα, σύμφωνα με ένα γλωσσολόγο, είναι υπερατομική. Δεν είναι λειτουργία μόνο ενός μέλους της γλωσσικής κοινότητας, είναι ένας γλωσσικός θησαυρός, που αποτελείται από ένα σύνολο λεκτικών εικόνων που είναι αποθηκευμένες σε όλα τα άτομα της κοινωνίας μας. Στη γλώσσα οι γλωσσολόγοι αντιπαραθέτουν την ομιλία. Κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί το γλωσσικό κώδικα με το δικό του τρόπο. Την προσωπική αυτή πλευρά της γλώσσας την ονομάζουν ομιλία. Η ομιλία θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ιδιόλεκτος, δηλ. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται το κάθε άτομο. Είναι η ατομική γλώσσα που συνιστά το ύφος με την ευρύτερη έννοια. Το ύφος όμως αυτό δεν είναι ομοιόμορφο σε μια γλωσσική κοινότητα, αλλά πολύμορφο, χωρίς αυτό να τη διασπά ή να την υποβαθμίζει την κοινωνία μας.

Ανάλογα με τις γεωγραφικές περιοχές, ομιλούνται και διαφορετικοί διάλεκτοι. Ο όρος διάλεκτος χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια τοπική γλωσσική μορφή που ομιλείται σε μια περιοχή και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, ενώ ο όρος ιδίωμα δηλώνει τη γλωσσική μορφή ενός τόπου που δεν παραλλάσσει πολύ από την κοινή. Σήμερα, ονομάζουν διάλεκτο ένα ιδίωμα με μεγάλη έκταση, π.χ. ποντιακή διάλεκτος, κυπριακή διάλεκτος κ.ά. Τύπος του ιδιώματος είναι και ο ιδιωματισμός ο οποίος είναι εντελώς άγνωστος στην κοινή γλώσσα. Πέρα απ’ αυτά οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα είναι στοιχεία ζωντανά, εμπλουτίζουν τη γλώσσα μας και ορισμένα λογοτεχνικά είδη, αλλά η μαζική επικοινωνία δε μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτά και γι’ αυτό θα πρέπει να διδάσκεται και σωστά και συστηματικά η δημοτική μας γλώσσα.

Πέρα από τις γεωγραφικές ποικιλίες η γλώσσα μας έχει να κάνει και με τις λεγόμενες κοινωνικές ποικιλίες. Οι ποικιλίες αυτές κάνουν πάντα αισθητή την παρουσία τους στη γλωσσική κοινότητα και εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες που τις δημιουργούν: την ηλικία, τη μόρφωση, την καταγωγή και την περίσταση. Ο κάθε άνθρωπος, εξυπηρετώντας ιδιαίτερους σκοπούς, χρησιμοποιεί διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες και διαμορφώνει προσωπικό τρόπο έκφρασης, δηλ. το κατάλληλο ύφος και μάλιστα με διαβαθμίσεις, όπως π.χ. ύφος επιστημονικό, λογοτεχνικό, αυστηρό, λαϊκό, κομψό, ευγενικό, χυδαίο, φιλικό κ. ά. Ο ομιλητής, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, μεταβάλλει το ύφος του, γιατί μόνο έτσι ο λόγος του μπορεί να είναι αποτελεσματικός.

Συμπερασματικά από τα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα φαίνεται ξεκάθαρα ότι η γλώσσα αποτελεί μια αναγκαιότητα για τον άνθρωπο, μοναδική και ανεπανάληπτη, μια αναγκαιότητα μάλιστα που μας συνοδεύει στη ζωή μας, όπως ακριβώς μας συνοδεύει η σκιά μας κάτω από το φως.

Το γεγονός αυτό είναι αυτόδηλο και ευαπόδεικτο, διότι η γλώσσα πρώτον είναι προϊόν φυσικό που αποτελείται από ήχους και μεταδίδονται μέσω του αέρα, δεύτερο, φυσιολογικό, διότι είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας των φωνητικών οργάνων, τρίτον, ψυχολογικό, διότι είναι όργανο εκφράσεως εννοιών, σκέψεων και συναισθημάτων, τέταρτο, ιστορικό, διότι δημιουργήθηκε από μια ομάδα συγκεκριμένη και εξελίσσεται από γενιά σε γενιά και πέμπτον, κοινωνικό προϊόν, διότι απλά και μόνο είναι δημιούργημα της κοινωνικής ζωής και όργανο της επικοινωνίας.

Το επικοινωνιακό αυτό όργανο είναι αποτελεσματικό, όταν η διατύπωσή του είναι προσχεδιασμένη, προσεγμένη, άρτια και ολοκληρωμένη, έχει σύνταξη φροντισμένη, έκφραση επεξεργασμένη και πάνω απ’ όλα όταν έχει έκφραση καλλιεπή και ορθοεπή. Αντίθετα, όταν η γλώσσα είναι ρηχή, τυποποιημένη, υποβιβασμένη στο να λειτουργεί μόνο ως χρηστικό εργαλείο, βερμπαλιστική, ασύντακτη, φτωχή στο λεξιλόγιο, με ακυρολεξίες και ασάφειες και φαύλη, τότε δεν αποτελεί όργανο επικοινωνίας και συνεννόησης αλλά όργανο αγελαίας γλωσσικής συμπεριφοράς και μαζοποίησης και μάχαιρα της καταστροφής.

Το κυριότερο αποτέλεσμα από μια σωστή χρήση της γλώσσας είναι αυτή καθαυτή η ανθρώπινη συνεννόηση. Προϊόν της συνεννόησης αυτής υπήρξε ο πολιτισμός. Ο πολιτισμός είναι καρπός και αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας και συνεργασίας. Χωρίς τη γλώσσα είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατή καμιά συνεργασία. Ο πολιτισμός προϋποθέτει επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων, προϋποθέτει δημιουργία μιας παράδοσης και παράλληλα την εξασφάλιση της μεταφοράς αυτής της παραδόσεως στις μελλοντικές γενιές, δηλ. προϋποθέτει παιδεία και η παιδεία χωρίς γλώσσα είναι ανύπαρκτη. Η γλώσσα λοιπόν είναι ένα θείο δώρο δια του οποίου ο άνθρωπος κατόρθωσε να ξεπεράσει τη φυσική κατάσταση, δηλ. το ζώο, και να γίνει κυρίαρχος της φύσης και να φτιάξει τέλος αυτόν τον πολιτισμό που λίγο-πολύ όλοι μας σήμερα βιώνουμε και απολαμβάνουμε.

Αυτό το θείο δώρο όμως είναι δυνατό, αν το αφήσουμε χωρίς χαλινό, να μετατραπεί σε αληθινή κατάρα και να μας οδηγήσει σε ανεπανόρθωτες συμφορές. Ο θυμόσοφος λαός μας πάνω σ’ αυτό είναι αποκαλυπτικός: «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει» λέει για να μας υπενθυμίζει ότι η συκοφαντία προξενεί μεγάλα κακά και οδυνηρά για τον άνθρωπο. Η συκοφαντία είναι πληγή, διότι μπορεί να βλάψει και να κηλιδώσει την τιμή ενός ατόμου μεγάλης ηθικής αξίας και ακτινοβολίας, αφού είναι μια εσκεμμένη ή μη απόδοση μειωτικής υπόστασης σε κάποια πράξη που δεν έγινε από τον ίδιο. Αδιάψευστο παράδειγμα η καταδίκη του Σωκράτη, γι’ αυτό δεν πρέπει να’χει άδικο ο Θεόκριτος όταν λέει ότι « στα όρη βρίσκονται οι άρκτοι και οι λέοντες και στις πόλεις οι συκοφάντες και οι φοροεισπράκτορες».

Ύστερα λοιπόν κι απ’ αυτή τη λογική θεώρηση του θέματός μας, βλέπουμε για μια ακόμη φορά ότι ο νους και η γλώσσα, όταν συμπορεύονται, οδηγούν στην ανάπτυξη και στην πρόοδο, στην αντίθετη περίπτωση δυστυχώς δεν έχουμε ευχάριστα αποτελέσματα.

Το συμπέρασμα αυτό έχει μια ιδιαίτερη αξία και σημασία για την εποχή μας, διότι όπως όλοι γνωρίζουμε ζούμε σε μια εποχή όπου το έλλειμμα πρώτον του γλωσσικού μας ζητήματος είναι μεγάλο και δεύτερο, ο τεχνικός πολιτισμός την ανθρωπότητα την έκανε ένα μικρό οικουμενικό χωριό, πράγμα που σημαίνει ότι η σπουδή μιας ξένης γλώσσας αποτελεί μια αδήριτη αναγκαιότητα.

Η υποβάθμιση της γλώσσας κατ’ αρχάς σήμερα είναι δεδομένη και τα αίτια αυτής της κρίσης είναι πολλά. Ένα απ’ αυτά είναι η παιδεία μας, μια παιδεία τεχνοκρατική και εξειδικευμένη, που ολοένα χάνει το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο. Έτσι, η γλώσσα φθίνει, φτωχαίνει, αφού η ίδια η εκπαίδευση δε συμβάλλει στην άμβλυνση του προβλήματος, καθώς ο χαρακτήρας της περιορίζει τη διδασκαλία γλωσσικών μαθημάτων, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του λεξιλογίου και την αντιμετώπιση της γλώσσας ως χρηστικού εργαλείου. Σημαντική ευθύνη έχουν και τα ΜΜΕ, διότι κακομεταχειρίζονται τη γλώσσα κι έτσι επιδρούν αρνητικά στη διαμόρφωση του γλωσσικού αισθητηρίου του κοινού. Ο ρόλος της εικόνας, επίσης, που αντικαθιστά την ανάγνωση και τη γραφή, συρρικνώνει τη γλώσσα μας και την υποβαθμίζει. Τέλος, την κρίση αυτή την οξύνουν ο ξύλινος λόγος των πολιτικών, η συνθηματολογία και η μαζικοποίηση των ανθρώπων στα μεγάλα αστικά κέντρα που έχει σαν αποτέλεσμα μια ομοιομορφία συνθηματολογική ακόμη και στη γλώσσα. Ανεξάρτητα και πέρα από τα αίτια η λύση του προβλήματος δεν είναι δύσκολη, διότι, όταν κάποιος γνωρίζει τις αιτίες του προβλήματος είναι εύκολο να τις θεραπεύσει. Η σωστή διδασκαλία λοιπόν από τη μεριά της εκπαίδευσης της γλώσσας μας, η επάνδρωση των ΜΜΕ με γνώστες της Ελληνικής, κάνοντας μάλιστα και ειδικές εκπομπές, και η λήψη ουσιαστικών μέτρων από τη μεριά της πολιτείας για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, αποτελούν χωρίς αντίρρηση μέτρα θεραπείας και γι΄ αυτό η αντιμετώπιση του προβλήματος θα πρέπει να γίνει άμεσα και αποτελεσματικά.

Όσον αφορά τη γλωσσομάθεια, δηλ. τη σπουδή μιας ξένης γλώσσας, μας την επιβάλλει ο τεχνικός πολιτισμός μας, καθόσον απλά σήμερα μας εκμηδένισε και το χρόνο και το χώρο. Αποτέλεσμα τούτου να ερχόμαστε σε καθημερινή βάση σε επαφή με όλους τους λαούς του κόσμου για οικονομικούς και επιστημονικούς λόγους, κατά συνέπεια η εκμάθηση μιας ξένης τουλάχιστο διεθνούς γλώσσας αποτελεί ανάγκη αναπόδραστη για το σύγχρονο άνθρωπο. Ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας είναι και θέμα επιβίωσης, πρώτον, διότι η Ελληνική δεν ομιλείται στο εξωτερικό και δεύτερο, οι ωφέλειες της γλωσσομάθειας είναι τεράστιες και ανεκτίμητες. Η γλωσσομάθεια μας δίνει τη δυνατότητα να αυξήσουμε τις γνώσεις μας και τη μόρφωσή μας, να καλλιεργήσουμε την κριτική μας ικανότητα, να ταξιδεύομε πιο άνετα σε ξένα μέρη, να διευρύνουμε έτσι την κοινωνικότητά μας, να εμπλουτίζουμε τον πολιτισμό μας, να έχουμε καλύτερη ψυχαγωγία και τέλος αυτή μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε καλύτερα την ίδια τη γλώσσα μας. Τα οφέλη αυτά σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να μας δελεάσουν και να υποτιμήσουμε τη γλώσσα μας, γιατί μια τέτοια υποτίμηση θα είναι ολέθρια για τη φυλή μας.

Τελειώνοντας και σύμφωνα μ’ αυτά που ειπώθηκαν φαίνεται ξεκάθαρα ότι η γλώσσα υπήρξε ο μοναδικός παράγοντας της ανάπτυξης του πολιτισμού μας, κατά συνέπεια η καλή χρήση της από τη μια αποτελεί αυτονόητο καθήκον όλων μας, ενώ η κακή χρήση της από την άλλη λειτουργεί σαν μάχαιρα καταστροφής, και γι’ αυτό μια τέτοια χρήση θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή, και πάντοτε να’χουμε στο νου μας τα λόγια του φιλόσοφου που έλεγε ότι το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος εννοώντας με λόγια απλά εκείνο το αισθητικά ιδιαίτερο στο λόγο που τον κάνει να ξεχωρίζει από το συνηθισμένο. Ο άνθρωπος με το ύφος του και διαφοροποιείται από τους άλλους και παράλληλα προβάλλει το προσωπικό και αναπαλλοτρίωτο στοιχείο της ταυτότητάς του. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τη γλώσσα μας, αυτόν τον καθρέπτη μας, στον οποίο κατοπτρίζεται η πνευματική μας στάθμη, η ιστορία μας, ο πολιτισμός μας και γενικά τα χαρακτηριστικά του λαού μας.
XΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ -ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ