Τα πολιτικά ζητήματα λύνονται στην κάλπη.

Πανηγυρίζουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για την απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας να απορρίψει (στις 17 Ιουλίου) την αίτηση των Παμμακεδονικών Οργανώσεων που ζητούσαν να ανασταλεί η συμφωνία των Πρεσπών, που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 2018 μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδος και των Σκοπίων.

Η προσφυγή είχε γίνει με το σκεπτικό ότι η συγκεκριμένη συμφωνία παραβιάζει το άρθρο 27 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο, πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, απαιτείται ψήφισή της από την Βουλή, με αυξημένη μάλιστα πλειοψηφία, επειδή περιλαμβάνει αλλαγή γεωγραφικών όρων (της περιοχής της Μακεδονίας).

Σύμφωνα με την απόφαση, σε περίπτωση που η συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, τόσο στο σύνολό της όσο και «ως προς τις διατάξεις της ξεχωριστά, δεν θα δεσμεύει οποιοδήποτε από τα μέρη με οποιονδήποτε τρόπο».

Παράλληλα, ως προς τους ισχυρισμούς των οργανώσεων ότι με την γνωστοποίηση στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει την ένταξη της πΓΔΜ στους οργανισμούς αυτούς, «θα δημιουργηθεί μια κατάσταση, η οποία θα φέρει το Ελληνικό κοινοβούλιο προ τετελεσμένου γεγονότος, όταν κληθεί να κυρώσει τις πράξεις ένταξης, καθώς θα ελλοχεύει ο κίνδυνος της διεθνούς ευθύνης της χώρας, αν δεν το πράξει», οι σύμβουλοι Επικρατείας απαντούν ότι ανεξαρτήτως του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω διαδικασίες θα έχουν ολοκληρωθεί, πριν από τη θέση της συμφωνίας σε ισχύ ούτε ότι θα έχουν δημιουργηθεί μη αντιστρεπτές νομικές καταστάσεις.

Σχετικά με τον κίνδυνο απώλειας της ονομασίας «Μακεδονικός» για τα ελληνικά προϊόντα, με δυσθεώρητες οικονομικές επιπτώσεις, καθώς είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν αμφισβητήσεις ελληνικών σημάτων και επωνυμιών προϊόντων και επιχειρήσεων, το ΣτΕ ανέφερε ότι «ο ισχυρισμός αυτός, αναφερόμενος, μάλιστα, σε ενδεχόμενες, μελλοντικές και αβέβαιες καταστάσεις, που άλλωστε δεν προκαλούνται ευθέως από το κείμενο της συμφωνίας, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος -πέραν της αοριστίας του- ως προβαλλόμενος εκ συμφέροντος τρίτου, δεδομένου ότι οι αιτούντες ούτε προβάλλουν ούτε προκύπτει ότι έχουν ορισμένο νομικό δεσμό με συγκεκριμένο προϊόν, σήμα ή επιχείρηση που πλήττεται άμεσα από την εφαρμογή των όρων της συμφωνίας».

Όσον αφορά στην αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων προς την κατεύθυνση της παραποίησης της ελληνικής Ιστορίας, το ΣτΕ απάντησε ότι η συνέπεια αυτή «είναι μελλοντική και αβέβαιη, προεχόντως διότι δεν προκύπτει ότι επίκειται οπωσδήποτε η αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων, πολύ περισσότερο δε, προς ποιά κατεύθυνση θα κινηθεί αυτή, εφόσον κριθεί αναγκαία από τη διεπιστημονική επιτροπή που θα συγκροτηθεί», ενώ επιπλέον «η νομιμότητα των πράξεων κατάρτισης του σχολικού προγράμματος είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ενώπιον του ΣτΕ σε μεταγενέστερο στάδιο».

Έτσι, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση αναστολής, για τους λόγους αυτούς, χωρίς να εξετάσει στην παρούσα φάση το ζήτημα εάν οι προσβαλλόμενες πράξεις «συνιστούν εκτελεστές πράξεις της διοίκησης υπαγόμενες στην ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε με την εκδοχή ότι δεν συνιστούν μονομερείς εκτελεστές διοικητικές πράξεις είτε με την εκδοχή ότι συνιστούν κυβερνητικές πράξεις».

Πιάστηκαν, λοιπόν από όλα αυτά οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και άρχισαν να μιλούν για «απόφαση – κόλαφο στους ακροδεξιούς και πατριδοκάπηλους, οι οποίοι επί εβδομάδες επιδίδονται σε βιαιότητες και ακρότητες με ισχυρισμούς περί «παραδόσεως» και «προδοσίας».

Αυτά είπε ο κ. Κοντονής, προσθέτοντας ότι «η φαιά προπαγάνδα έπεσε στο κενό με τη σφραγίδα της Δικαιοσύνης και αποδεικνύεται με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι η Κυβέρνηση έχει διασφαλίσει απολύτως τα εθνικά συμφέροντα και ως προς την ουσία, αλλά και ως προς τη διαδικασία που προβλέπεται ν’ ακολουθηθεί».

Και κάλεσε την αντιπολίτευση να δηλώσει «ότι διαφωνεί με την απόφαση, προτάσσοντας επιχειρήματα και όχι άναρθρες κραυγές και ψέματα, που δεν έχουν καμία σχέση με το κείμενο της συμφωνίας των Πρεσπών και όσα αυτό προβλέπει».

Και οι ΑΝΕΛ, δια του εκπροσώπου τους, είπαν ότι ο απόφαση του ΣτΕ βάζει «τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του», καθώς «με την μη κύρωση της «συμφωνίας” δεν θα έχουν δημιουργηθεί μη αντιστρεπτές νομικές καταστάσεις που θα δεσμεύουν τη χώρα μας μελλοντικά».

Η αλήθεια είναι ότι το ΣτΕ δεν μπήκε και δεν μπορούσε να μπει στην ουσία, ούτε να κρίνει μελλοντικά γεγονότα – και οπωσδήποτε δεν μπορούσε να ακυρώσει μελλοντικά γεγονότα.

Η αλήθεια είναι ότι τα πολιτικά ζητήματα δεν κρίνονται στα δικαστήρια (ούτε στο ΣτΕ το οποίο κρίνει πράξεις της διοίκησης και όχι διεθνείς συμφωνίες πριν από την εφαρμογή τους.

Τα πολιτικά ζητήματα κρίνονται στην κάλπη, με σκοπό μια άλλη κυβέρνηση να μην εφαρμόσει τις αποφάσεις και τις προθέσεις της προηγούμενης.

Πολύ περισσότερο που υπάρχει και η έννοια του εννόμου συμφέροντος όσον αφορά στο θέμα των προϊόντων και των σημάτων.

Στοιχειώδη πράγματα.

Και η αλήθεια είναι επίσης ότι το σημαντικό είναι να μην κυρωθεί η συμφωνία στο κοινοβούλιο, ώστε να μπορέσει να αντιστραφεί η κατάσταση, που πράγματι έχει δρομολογηθεί, αλλά πρόκειται για μελλοντικό γεγονός εκτός αρμοδιότητας των δικαστηρίων, που κρίνουν γεγονότα.

Δεν λέει πουθενά η απόφαση ότι η συμφωνία είναι καλή. Λέει απλώς ότι δεν έχει εφαρμοστεί και μπορεί να αντιστραφεί.

Ούτε λέει (αυτό για τον κ. Κοντονή) ότι με τη συμφωνία διασφαλίζονται τα εθνικά συμφέροντα.

Ουσιαστικά, το ΣτΕ δηλώνει αναρμοδιότητα ως προς την συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Αλλά υπάρχουν εκείνοι που ξαφνικά θυμήθηκαν ότι δεν χρειάζονται τους πολιτικούς και ότι μπορούν να κάνουν ό,τι νομίζουν, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τις πολιτικές συνέπειες.

Η προσπάθεια για γενική απαξίωση πάντα γυρίζει μπούμερανγκ. Και η προσπάθεια για απαξίωση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας έχει οδυνηρές συνέπειες.

Και ουσιαστικά, πρόσφεραν στην κυβέρνηση έναν ακόμη λόγο προς πανηγυρισμό και μια δικαστική απόφαση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί προπαγανδιστικά.

Οφείλουν όλοι να γνωρίζουν πως στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία, η πολιτική, οι πολιτικοί και τα κόμματα έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.

Η ώρα της Δικαιοσύνης έρχεται μετά.

Και η υπεράσπιση της Μακεδονίας, όπως και κάθε εθνικού δικαίου, μπορεί να γίνει με πολλά μέσα – και με τα συλλαλητήρια, ως λαϊκή πίεση, και στο Κοινοβούλιο. Συγχρόνως, όμως. Χωρίς αποκλεισμούς και απειλητική στάση και προειδοποιήσεις και υβριστικά συνθήματα.

Γιατί όταν ο κοινοβουλευτισμός αμφισβητείται, τότε είναι βέβαιο ότι οι κίνδυνοι που καραδοκούν πολλαπλασιάζονται και κυριαρχούν…