«ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ» ΣΕ ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. ΜΑΘΗΜΑ 2ο. Όμορφή μου, Ήπειρο, καλή, γλυκιά Πατρίδα.

Α. Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΠΕΙΡΟΣ.

1. ΤΟ ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΦΥΛΟ.

Η Ήπειρος κατά τους προϊστορικούς και Ομηρικούς χρόνους ήταν γνωστή με το όνομα «θεσπρωτική Γη». Του λόγου τούτου το αληθές από την Οδύσσεια επιβεβαιώνεται: «Μέρες εννιά πλανιόμουνα, τη δέκατη τη νύχτα/ μεγάλο κύμα μ΄ έρριξε στων Θεσπρωτών τη χώρα./Εκεί με δέχτη ο Φείδωνας ο ρήγας …». Επίσης, ο Πίνδαρος και οι τραγικοί: «Θεσπρωτίδα ειρήκασιν και τη Δωδώνη». Το όνομα Ήπειρος το πήρε αργότερα ως διακριτικό. Πέραν τούτου από τις λίγες πληροφορίες που έχουμε και τα διάφορα ευρήματα που βρέθηκαν στη Θεσπρωτία (Καρβουνάρι, Μαζαρακιά, Γαρδίκι κ.α.) μας αποδεικνύουν ότι ο τόπος αυτός πρωτοκατοικήθηκε πριν από το 9000 π.Χ. από ανθρώπους Νεαντερταλοειδούς τύπου και λίγο αργότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή το Σ. Δάκαρη, κατοικείται από τον «Homo sapiens”. Ο τόπος προέλευσης του ανθρώπου αυτού που ζούσε σε σπηλιές και τρέφονταν από το ψάρεμα και το κυνήγι παραμένει αβέβαιος. Οι μεγάλες ομοιότητες των αντικειμένων που βρέθηκαν στην Ήπειρο μ΄ εκείνα που βρέθηκαν στο Μαυροβούνιο, υποδηλώνουν ότι αυτός ο άνθρωπος πιθανώς να κατέβηκε στην Ήπειρο από τη δυτική πλευρά της Χερσονήσου του Αίμου. Σιγά – σιγά και συγκεκριμένα από το 9000 – 2500 π. Χ. με τις μεγάλες κλιματολογικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην εποχή αυτή, εγκαταλείπει τη σπηλιά και οργανώνει τη ζωή του σε καλύβες και ανοχύρωτους οικισμούς, κοντά σε ποτάμια και λίμνες, ασχολούμενος με το ψάρεμα και το κυνήγι, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, σύμφωνα πάντα με τα διάφορα ευρήματα που βρέθηκαν στην Παραμυθιά, στη Σίδερη Φιλιατών, στην Καστρίτσα Ιωαννίνων, στη Λαψίστα κ.α.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στην εποχή του Χαλκού (2600-1100 π.Χ.), ο τόπος αυτός κατοικείται από τα λεγόμενα προελληνικά φύλα με επικρατέστερο το φύλο των Πελασγών (2600-1900 π.Χ.), ανατολικής προέλευσης από τη Μ. Ασία που μέσω Μακεδονίας ήλθε και εγκαταστάθηκε σ΄ αυτόν τον τόπο κουβαλώντας μαζί του και τη λατρεία της Θεάς Φύσης. Πελασγός «ειρήσθω εν παρόδω» ήταν σύμφωνα με τη Μυθολογία ο Θεσπρωτός, ηγεμόνας από τη Θεσσαλία που ίδρυσε την πρώτη Θεσπρωτική πόλη με το όνομα Εφύρα. Οι Πελασγοί άφησαν πίσω τους μεγάλο πολιτιστικό έργο, με σπουδαιότερο μνημείο το Μαντείο της Δωδώνης. «Ω Δία Δωδωνάρχοντα, Πελασγικέ, π΄ ορίζεις / μακριά τη μυριοχιόνιστη Δωδώνη, και χωριά ΄χουν / γύρω οι Σελλοί, οι λερόποδοι χαμόστρωτοί σου μάντες / κι άλλοτε πριν μου ξάκουσες τη δέησή μου εμένα …», αναφωνεί ο Όμηρος μέσω του Αχιλλέα, αποκαλώντας την Ήπειρο με άλλα λόγια Πελασγική και πέραν τούτου και τα τοπωνύμια Πίνδος, Θύαμις, Ωρωπός Αμυρού (όρος), Κίχυρος, Αλισσός, Δωδώνη, Κασσωπός κ.α. Πελασγικά είναι. Αφουγκραζόμενος, λοιπόν, τη φωνή του Μαντείου δε μπορείς να μη προβληματιστείς την άποψη του Ηρόδοτου που του διηγήθηκαν οι ιερείς του Αιγυπτιακού Θηβαϊκού Δία: «Από τη Θηβαΐδα της Αιγύπτου πέταξαν δυο μαύρα περιστέρια, το ένα πήγε στη Λιβύη και το άλλο στη Δωδώνη που εκάθησε επάνω σε μια βελανιδιά και με ανθρώπινη λαλιά παρήγγειλε στο σημείο αυτό να χτίσουν το μαντείο του Δία …». Τα ίδια ακριβώς του είπαν και οι ιέρειες της Δωδώνης σε μια επίσκεψή του στο Μαντείο. Κατά την άποψη του Ηροδότου τα δύο περιστέρια δεν ήταν πουλιά αλλά δύο αδελφές Αιγύπτιες που οι Φοίνικες τις πούλησαν τη μια στη Λιβύη και την άλλη στη Θεσπρωτία σαν δούλες και αυτή η δεύτερη ίδρυσε το μαντείο, καθόσον δεν είναι τυχαίο που η μαντική η Δωδωναία είναι ακριβώς ίδια μ΄ αυτήν της Αιγύπτου. Κατηφορίζοντας και συγκεκριμένα στις αρχές περίπου της 2ης χιλιετίας π.Χ. (1900-1600) στην Ήπειρο εμφανίζεται ένα καινούριο ινδοευρωπαϊκό φύλο, οι Θεσπρωτοί. Τόπος προέλευσης η Μακεδονία. Εγκαταστάθηκαν σε όλη την Ήπειρο και ήταν φορείς της κεραμικής με τη μεγαλύτερη μεταλλική υφή που μοιάζει με τα «μινύεια» αγγεία του Πελασγικού Δία. Λαός ποιμενικός που συγχωνεύτηκε με τους Πελασγούς και λάτρευε την ινδοευρωπαϊκή δρυ. Σύμφωνα με τις επιγραφές και τα νομίσματα που βρέθηκαν το φύλο αυτό αποτελούνταν από 20 επιμέρους φύλα, όπως οι Έλλοπες (Ελλοί ή Σελλοί), οι Θεσσαλοί, οι Κασσωπαίοι, οι Δρύοπες, οι Δωδωναίοι, οι Φανωτείς, οι Κεστρίνοι, οι Εφύριοι, οι Γραικοί, κ.α. Στην Οδύσσεια πολύς λόγος γίνεται για το βασίλειο των Θεσπρωτών και το βασιλιά τους το Φείδωνα. Πρωτεύουσά τους η Εφύρα (περιοχή Νεκρομαντείου) που ταυτίζεται σύμφωνα με το Θουκυδίδη με την Πελασγική Κίχυρο. Εδώ πρέπει να φιλοξενήθηκε ο Οδυσσέας: «Εκεί με δέχτη ο Φείδωνας ο ρήγας, δίχως λύτρα / τι ο γιος του, που με πρόφτασε απ΄ το κρύο κι απ΄ τον κόπο /κατακομμένο μ΄ έφερε στο πατρικό παλάτι, / κι ο ρήγας τότες μ΄ έντυσε χλαμύδα και χιτώνα». «Της φιλοξενίας μη επιλανθάνεσθε» φρονώ ότι δεν είναι μόνο μια παρακαταθήκη της Αγίας Γραφής, είναι και μια παρακαταθήκη των Θεσπρωτών της εποχής εκείνης. Μια γνήσια αγάπη, εγκάρδια και θερμή που υποδέχεται και περιποιείται τον ξένο.

Με τον εποικισμό των Θεσπρωτικών παραλίων από τους Μυκηναίους (1600-1100 π.Χ.) η Θεσπρωτία γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη οικονομική και πολιτική. Μια ανάπτυξη που σταματάει με την κάθοδο των Μολοσσών (στα μέσα του 12ου π.Χ.αι.). Με την κάθοδο αυτή πολλά θεσπρωτικά φύλα μετακινούνται (Θεσσαλοί, Αίθικες, Τάλαρες, Γραικοί) προς ανατολάς στη Θεσσαλία διώχνοντας βοιωτικά φύλα και ιδρύοντας πόλεις με ονομασίες της προηγούμενης πατρίδας. Πάνω σ΄ αυτό ο Ηρόδοτος είναι αποκαλυπτικός: «Έχτισαν δε οι Φωκείς το τείχος επειδή φοβήθηκαν όταν ήρθαν οι Θεσσαλοί από τη Θεσπρωτία να κατοικήσουν στη γη της Αιολίδας …). Επίσης, στο τέλος του 5ου π. Χ. αι. οι Κασσωπαίοι αποσπώνται από τους Θεσπρωτούς και ιδρύουν ανεξάρτητο κράτος. Το βασίλειο των Θεσπρωτών έζησε και βασίλεψε περίπου μέχρι τον 4ο π.Χ. αι. Κατά την εποχή αυτή τα Θεσπρωτικά φύλα έμαθαν τη γραφή, σύμφωνα με τις επιγραφές και τα νομίσματα που βρέθηκαν. Επίσης την εποχή αυτή δημιουργούνται σημαντικές πόλεις (Ελέα, Τιτάνη, Φανωτή κ.α.) με ρυμοτομικά σχέδια, τείχη, ακροπόλεις, αγορά, θέατρα, αποχετευτικό σύστημα και δημόσια κτίρια. Τα θέατρα : Δωδώνης, Ελέας (κοντά στην Παραμυθιά), και της Γιτάνης (κοντά στους Φιλιάτες) ένα πράγμα μας αποκαλύπτουν, ότι οι Θεσπρωτοί της εποχής εκείνης είχαν από νωρίς κατανοήσει ότι το θέατρον = σχολείον και η θεατρική παράσταση = «παίδευσις», για να επιβεβαιωθεί ο Πλάτων που έλεγε ότι « Άπαντας η παίδευσις ημέρους ποιεί». Τούτο με άλλα λόγια σημαίνει: α. Η παίδευση είναι η αγωγή της ψυχής και του πνεύματος, δηλ. η καλλιέργεια της πρώτης πνευματικής ύλης του ανθρώπου και συνεπώς η ανάπτυξη των πνευματικών του δυνατοτήτων. β. Η ημέρωση αναφέρεται κυρίως στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Η αναγέννηση των ψυχικών καταβολών του, ο εξευγενισμός του συναισθήματος, ο εξανθρωπισμός των πνευματικών του θέσεων είναι με λόγια απλά η ημέρωση του προσώπου του. γ. Ο πνευματικός πολιτισμός, η ανάπτυξη του πνεύματος, η προώθηση των τεχνών είναι συνέπεια αυτής της μορφής της παιδείας, η οποία ημερεύει τον άνθρωπο. και δ. Κατά την κλασσική αντίληψη η ημέρωση ήταν η αληθινή και η πραγματική έκφραση του πολιτισμού. Συνεπώς, οι Θεσπρωτοί εκείνοι είχαν κατανοήσει πλήρως την Πυθαγόρεια ρήση: «Απαιδευσία πάντων των παθών μήτηρ». Τούτο είναι και αποτελεί δηλωτικό του χρέους του σημερινού Ηπειρώτη. Είναι άραγε;

Στη χρονική αυτή περίοδο εγκαταστάθηκε στη βορειοδυτική Ήπειρο και ένα άλλο ελληνικό φύλο: οι Χάονες για τους οποίους θα μιλήσουμε παρακάτω. Επίσης, σ΄ αυτήν την περίοδο (περ. 1580 π. Χ.) έρχονται και οι Αχαιοί και ιδρύουν αποικίες όπως η Εφύρα που είδαμε παραπάνω, η Πανδοσία (το σημ Καστρί) και η Κύπερη κοντά στην Πάργα. Η εγκατάσταση αυτή επηρέασε θετικά τη ζωή των Ηπειρωτών καθόσον συνέβαλε στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας. Τούτο το τελευταίο είχε σαν αποτέλεσμα να έλθουν οι Ηπειρώτες σε επαφή και με άλλους πολιτισμούς και συγκεκριμένα με τον Μυκηναϊκό. Η ανακάλυψη θολωτών τάφων στην Παραμυθιά, στο Νεκρομαντείο και στη Ζίτσα και τα προσφιλή αντικείμενα των νεκρών που βρέθηκαν στους τάφους αυτούς (κτερίσματα) προσδιορίζουν το βαθμό απήχησης που είχε στα Ηπειρώτικα φύλα ο προχωρημένος αυτός πολιτισμός. Αυτού του πολιτισμού είναι τέκνο και ο Ηπειρώτικος πολιτισμός που θέλουν να αποκαλύψουν τούτα τα Αναγνώσματα κι αυτή η αναδρομή, η παλινδρόμηση στην Ηπειρώτικη Ιστορία, είναι μια έρευνα, αναδίφηση, μελέτη και με άλλα λόγια, μια επιστροφή στο παρελθόν μας, όχι για να το περιγράψουμε απλά, αλλά για να το ερμηνεύσουμε και να το αξιολογήσουμε. Μόνο τότε θα δικαιώσουμε τον τραγικό μας ποιητή που λέει ότι «όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν» (ευτυχής, εκείνος που γνωρίζει την Ιστορία) αφενός και αφετέρου για μένα η επιστροφή αυτή στο Ηπειρώτικο παρελθόν αποτελεί και μια υποχρέωση ατομική, καθόσον γεννήθηκα στη Θεσπρωτία, σπούδασα στα Ιωάννινα, εργάστηκα και έφτιαξα οικογένεια στην Άρτα και συμπεθέριασα με την Πρέβεζα. Ως εκ τούτου νιώθω μια απέραντη ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ γι΄ αυτή την πατρίδα κι από μέσα μου θέλω να πω και τούτο, παραφράζοντας τον Κάλβο: Ω φιλτάτη Ήπειρος/ συ μου έδωκες/ την πνοή, και του Απόλλωνος/ τα χρυσά δώρα! Δεν μπορώ σε καμιά περίπτωση να αγνοήσω αυτή την ευεργεσία, καθόσον όποιος αγνοεί τούτο για μένα είναι αγνώμονας, αναίσθητος, υπερόπτης, εμπαθής και απερίσκεπτος.

«Εν κατακλείδι», να, λοιπόν, τι θα πει Ηπειρώτης: Έλληνας το γένος, τέκνο της ευκλεούς Ηπείρου, μύστης της Ηπειρώτικης Ιστορίας και «επαινέτης και επιθυμητής» αυτής της υπέροχης και μοναδικής δόξας των Ηπειρωτών που θα γνωρίσουμε με τα επόμενα μαθήματα. Προς το παρόν είμαστε υποχρεωμένοι ως Ηπειρώτες να διατηρήσουμε την παρακαταθήκη του Φείδωνα του Θεσπρωτού, διότι η φιλοξενία και προάγει το κοινωνικό πνεύμα και χαρακτηρίζει άτομα και λαούς με αναπτυγμένο το αίσθημα της φιλαλληλίας και ότι η «παίδευσις» αυτή για τον Ηπειρώτη αποτελούσε και πρέπει να αποτελεί και σήμερα έναν τρόπο ζωής. Τούτο το απαιτεί το συμφέρον μας, αλλά κι αυτή η ίδια η παρακαταθήκη για να δικαιώσουμε παράλληλα και τη ΓΡΑΦΗ που λέει ότι «ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες, την φιλοξενίαν διώκοντες». Φρονώ, ότι αυτή την ταυτότητα μπορούμε να την αμφισβητούμε, ακόμα και να τη χλευάζουμε, δεν έχουμε όμως το δικαίωμα να την αγνοούμε.

Φίλε αναγνώστη, γεια σου μέχρι το επόμενο μάθημα. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ.