Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ = ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ. «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ» Σ Ε ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. ΜΑΘΗΜΑ 1ο: ΜΕΓΑΛΗ Η ΤΙΜΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΗΠΕΙΡΩΤΗΣ.

«Ταύτης τοι γενεής τε και αίματος εύχομαι είναι».

Αυτός που κατάγεται από μια τέτοια γενιά και φέρει τέτοιο αίμα, δικαίως να καυχιέται και να καμαρώνει για τούτο, αλλά το καύχημα τούτο έχει αξία όταν συνοδεύεται και από τούτο το πολύ πιο ενδοξότερο καύχημα: «Ημείς τοι πατέρων μέγ΄ αμείνονες ευχόμεθ΄ είναι». Το αν εμείς, φίλε Ηπειρώτη, έχουμε το δικαίωμα να καυχόμαστε πως είμαστε πολύ ανώτεροι από τους προγόνους μας, φρονώ ότι θα μας το αποκαλύψουν τούτα τα Ιστορικά Ηπειρώτικα Αναγνώσματα που θα ακολουθήσουν, καθόσον η Ιστορία είναι, κατά κοινή ομολογία, ένας θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, ένας μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και ένας μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον. Κατά ταύτα πολύτιμος βοηθός για τη γνωριμία του παρελθόντος, ως λαμπάδα της αλήθειας και ζωή της μνήμης, αλλά και ως σοφός δάσκαλος για την αποφυγή σφαλμάτων και λαθών στο μέλλον, η Ελληνική Ιστορία και η Τοπική ειδικά, αποτελεί θησαυρό ανεκτίμητο και μάλιστα ανοιχτό στις αναζητήσεις κάθε ανθρώπου καθώς, φυσικά, και του κάθε Ηπειρώτη. Συνεπώς, η επικαιροποίηση της Ιστορίας μας φρονώ ότι για την εποχή μας αποτελεί ένα επιτακτικό αίτημα πρώτον για την αντιμετώπιση της οικονομικής και της ηθικής μας χρεοκοπίας και δεύτερον για να επιβεβαιώσουμε το αν πράγματι από μια τέτοια γενιά και από τέτοιο αίμα καταγόμαστε.

Τούτη την ώρα που πήρα την απόφαση να γράψω αυτό το πόνημα: «ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ» σε απλά μαθήματα, αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, ως προς το γένος Έλληνας, ως τέκνο της ευκλεούς Ηπείρου, ως μύστης της Ηπειρώτικης Ιστορίας, ως επαινέτης και επιθυμητής της Ηπειρώτικης δόξας και ως Φιλόλογος καθηγητής που δίδαξα χιλιάδες ώρες Ιστορία στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης, δεν αφιέρωσα, δυστυχώς, ούτε μία ώρα γι΄ αυτό το υπέροχο και ένδοξο ιστορικό κομμάτι(!). Αυτό το κενό φρονώ ότι θα το συμπληρώσω με τούτα τα «Αναγνώσματα» αφενός και αφετέρου γι΄ αυτή την παράλειψή μου, θέλω και πρέπει να σας ζητήσω μια συγνώμη και πρώτα απ΄ όλα τη ζητώ από τον ίδιο τον εαυτό μου.

Είχε απόλυτο δίκιο ο Ευριπίδης όταν έλεγε ότι «Όλβιος όστις της Ιστορίας έσχε μάθησιν». Τούτο τι σημαίνει; Σημαίνει αφενός ότι η μάθηση, δηλ. η εξοικείωση της γνώσεως ταυτίζεται με την παρουσία του πνευματικού ανθρώπου και πνευματικός άνθρωπος θεωρείται εκείνος που έχει αναγεννήσει και τον ψυχικό του κόσμο. Η μάθηση, συνεπώς, είναι μία συνεχής απόκτηση γνώσεων με την οποία πλουτίζομε τη συνείδησή μας και παράλληλα μια ηθική βίωση και ένα βάθεμα του στοχασμού μας, και αφετέρου η Ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή καθαυτή η εξέλιξη του ανθρώπου, δηλ. με λόγια απλά η καταγωγή μας, η ύπαρξή μας, η πολιτιστική μας εξέλιξη, η μελέτη του θανάτου, οι πόλεμοι, η πάλη κατά του αγνώστου και της φθοράς, με δυο λόγια αυτή η ίδια η ζωή μας. Συνεπώς, ο πλούτος, ο πλούσιος Έλληνας και ο πλούσιος Ηπειρώτης, είναι ο κατακτητής και ο κάτοχος αυτού του ιστορικού του γίγνεσθαι. Το ζήτημα, πλέον, ευρίσκεται στον καθορισμό της στάσεώς μας για να μη μείνει η ιστορική μας γνώση μια απλή θεωρία και τίποτε άλλο.

Την Ήπειρο, φίλε αναγνώστη, όλοι οι Ηπειρώτες την αγαπάμε και την αγαπάμε διότι ο καθένας μας δε γεννιέται μονάχα για τον εαυτό του, αλλά από τη γέννησή μας ένα μέρος ανήκει στους γονείς και στους φίλους μας, ένα μέρος στην Ελληνική πατρίδα και ένα μέρος στη γενέτειρά μας, την Ήπειρο. Αυτή την Ήπειρο, δυστυχώς, την αγαπήσαμε πριν τη γνωρίσουμε και στο σημείο αυτό δεν εννοώ την ιστορική της εξήγηση και γνωριμία. Την εξήγηση αυτή μας την προσφέρουν όλα εκείνα τα βιβλία που γράφτηκαν κατά καιρούς γι΄ αυτήν – δεν ξέρω κιόλας αν η εξήγηση αυτή είναι αρκετή και πλήρης – εννοώ κατά βάση και με άλλα λόγια μια άλλη βαθύτερη ερμηνευτική και αξιολογική γνωριμία της Ηπείρου. Αυτή τη γνωριμία θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω με τούτη την «Επίσκεψη» σ΄ αυτόν τον ιερό τον τόπο, με τη μορφή, δυστυχώς, της επιτομής, διότι, για να την παρουσιάσεις κατά τρόπο λεπτομερειακό, δεν φτάνει τούτη η ζωή … Άλλωστε κι αυτή η λέξη Ήπειρος, η «Απείρη» κατά τον Όμηρο, που χαρακτηρίζει γενικά αυτή την απέραντη τη στεριανή Ελλάδα που βρίσκεται απέναντι από τα νησιά του Ιονίου και εκτείνεται από την Ιλλυρία μέχρι τον Αμβρακικό και από ανατολάς μέχρι την οροσειρά της Πίνδου, διατηρήθηκε ως τους ιστορικούς χρόνους, όπου με την κατάργηση της βασιλείας των Μολοσσών και την ίδρυση της Ηπειρωτικής Συμπολιτείας (233-232 π. Χ.), με πρωτεύουσα τη Φοινίκη της Χαονίας (η σημ. Β. Ήπειρος), έκοψε νομίσματα με το όνομα «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ», αφενός και αφετέρου αυτός ο γεωγραφικός όρος Πολιτισμικά και κατά συνέπεια και Ιστορικά δεν μπορεί να καλυφθεί με πέντε και δέκα σελίδες, αφού η δράση και η δημιουργία των Ηπειρωτών δεν έχει αρχή και τέλος.

Τούτα τα «Αναγνώσματα» λοιπόν, έρχονται για να εκτελέσουν ένα διπλό και ιερό χρέος: α. να μας φέρουν κοντά στα μνήματα των προγόνων μας για να νιώσουμε τη δράση και τη δημιουργία τους και β. «όπερ» και το σπουδαιότερο, αφού πρώτα ερμηνεύσουμε και αξιολογήσουμε αυτή τη δημιουργία, να μεταβιβάσουμε παράλληλα στη νεότερη γενιά την ευθύνη και την αφορμή να δημιουργήσει κι αυτή με τη σειρά της μια καινούρια και ανώτερη « Ήπειρο» όπου θα έχει ως θεμέλιο τις δυο βασικές αρχές: την Ελληνικότητα και τη Θρησκευτικότητα, δηλ. την Ανθρωπιά και την Αγάπη, την Αγάπη και την Ανθρωπιά. Αλήθεια, πόσο ανάγκη τις έχουμε σήμερα αυτές τις αξίες ; Θα προσπαθήσω λοιπόν, ως Ηπειρώτης, να χαλιναγωγήσω το Ηπειρώτικο συναίσθημα που με διακατέχει και να απελευθερώσω παράλληλα το νου από τις συναισθηματικές αυτές περιπλοκές και να κάνω μια «Επίσκεψη» σ΄ αυτόν το δοξασμένο τόπο και να γνωρίσουμε έτσι μαζί, φίλε αναγνώστη, την πραγματική ιστορική ουσία αυτού του τόπου που , δυστυχώς, σήμερα και την αγνοούμε και την περιφρονούμε κιόλας(!). Η «Επίσκεψη» αυτή για κάθε Ηπειρώτη αποτελεί και πρέπει να αποτελεί ένα είδος προσκυνήματος και σε καμιά περίπτωση η «Επίσκεψη» αυτή δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, είναι μια «επίσκεψη» συναισθηματική και σπαρακτική, περιπλεγμένη με ελπίδες και φόβους, με στενοχώριες και με μια οδυνηρή σύγκριση του χτες και του σήμερα. Ποτέ δε βγαίνει καθαρή, χωρίς υστεροβουλία, η σκέψη, ποτέ αναίμακτη η εντύπωση, από μια τέτοια «Επίσκεψη» σε έναν τέτοιο ιστορικό τόπο, διότι ο τόπος αυτός έχει ένα όνομα, συνδέεται με αναμνήσεις αξιοθαύμαστων ανθρώπων, ανθρώπων δημιουργικών και δραστήριων που θυσίαζαν στην ανάγκη το ατομικό τους συμφέρον για χάρη του κοινωνικού και σε κάποιες περιπτώσεις ολόκληρη την περιουσία τους , ακόμη και την ίδια τη ζωή τους.(!). Γι΄ αυτό και μόνο ο τόπος αυτός δεν προσφέρει μόνο σε μας που τον ξέρουμε και τον αγαπάμε μια αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας, μας προσφέρει κατά βάση μια μοναδική, μεταμορφωμένη, πλούσια και πολυπλάνητη ιστορία, όπου ο Ελληνισμός βαδίζει χέρι – χέρι με το Χριστιανισμό. Το γεγονός αυτό και μόνο θα πρέπει να αναστατώνει και να συγκινεί κάθε Ηπειρώτικη ψυχή. Το συναίσθημα τούτο βρίσκεται σε μια διαρκή πάλη και σύγκρουση με τη σκέψη του σήμερα, όπου η χρεοκοπία της πατρίδας μας τείνει να εξαφανίσει στην κυριολεξία αυτή καθαυτή την ιστορική μας συνείδηση και συνάμα και την εθνική μας συνείδηση.

Ο τόπος αυτός κουβαλάει μαζί του τέσσερις κύριες και απανωτές γραφές: την ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, τη ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ, την ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ και τη ΣΗΜΕΡΙΝΗ. Ιστορικές γραφές που είναι γραμμένες επάνω σε ένα μνήμα βαθύ με τέσσερις πατωσιές και από το μνήμα αυτό ανεβαίνουν τέσσερις φωνές και μας κράζουν. Η κάθε φωνή και μια ψυχή και η κάθε ψυχή και μια λαχτάρα. Για παράδειγμα όταν αφουγκράζεσαι τη φωνή των τάφων της αρχαίας Αμβρακίας σε πιάνει μια ανατριχίλα, καθόσον νιώθεις μέσα σου το 189 π. Χ. όπου η πρωτεύουσα του Μεγάλου Πύρρου λεηλατήθηκε άγρια και οι ανεκτίμητης αξίας πολιτιστικοί θησαυροί της μεταφέρθηκαν στη Ρώμη και η πόλη αυτή έμεινε στην αφάνεια για 1400 ολόκληρα χρόνια αφενός και αφετέρου οι λίγοι κάτοικοι που είχαν απομείνει, υποχρεώθηκαν το 31 π. Χ. να την εγκαταλείψουν και να λάβουν μέρος στον εποικισμό της Νικόπολης που ίδρυσε ο Οκταβιανός για να του θυμίζει τη μεγάλη νίκη στο Άκτιο.

Ένα ακόμη παράδειγμα από τη Βυζαντινή Ήπειρο. Αναφέρομαι πρόχειρα στις εκκλησίες που στολίζουν κυριολεκτικά ολόκληρη την Ήπειρο. Κάθε γειτονιά και μια εκκλησιά και κάθε βουνό κι ένα μοναστήρι. Μια πλούσια και διαφωτιστική μαρτυρία ικανή για να μας αποκαλύψει τη ζωή και τη δράση του Ηπειρώτη της εποχής εκείνης. Η δημιουργία τόσων πολλών ναών φανερώνουν και ερμηνεύουν το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των Ηπειρωτών και παράλληλα μας αποκαλύπτουν την επιτακτική ανάγκη μιας κοινωνίας που θέλει να ξεφύγει από τα φθαρτά και εφήμερα του κόσμου τούτου, αναζητώντας το Απόλυτο και το Θείο για να λυτρωθεί από τα δεσμά της ζωής αυτής και να νιώσει παράλληλα αν όχι την απόλυτη ευτυχία, τουλάχιστον κάποιες μορφές της, κι αυτή τη δίψα, φίλε αναγνώστη, μόνο μια αληθινή θρησκευτικότητα μπορεί και ξέρει να σβήνει. Η αληθινή θρησκευτικότητα για τον Ηπειρώτη δεν ήταν απλά μια προέκταση της πνευματικής και διανοητικής του αδυναμίας, ήταν κυρίως μια εναρμόνιση και μια ταύτιση της ζωής του με τις αξίες και τις αρχές του Χριστιανισμού, της Αγάπης και της Ανθρωπιάς, μ΄ αυτές τις αναλλοίωτες ηθικές αρχές του θρησκευτικού μας Ανθρωπισμού που ομορφαίνουν, καλυτερεύουν και εξανθρωπίζουν τη ζωή μας. Σ΄ αυτές τις εκκλησιές λοιπόν οι Ηπειρώτες και προσεύχονταν και λάτρευαν και βάπτιζαν και πάντρευαν και τρισάγια έκαναν και κοσμοαντάμωμα είχαν στις γιορτές. Αλήθεια, υπάρχουν άραγε ωραιότερες στιγμές απ΄ αυτές που προσφέρουν αυτά τα μυστήρια; Όποιος δε γνώρισε, λέει ο Αϊνστάιν, αυτές τις ωραιότατες εμπειρίες στη ζωή του, είναι σαν να μη γνώρισε τίποτε στη ζωή αυτή και μοιάζει με το κερί εκείνο που δε γνώρισε ποτέ τη φλόγα και το φως της. Θεός και Ηπειρώτης, ο ένας εκφραζόμενος διά της θρησκείας και ο άλλος ικανοποιούμενος από μια τέτοια θεϊκή έκφραση, ενώνουν τα χέρια σε χαιρετισμό αναγνωρίσεως, αποτέλεσμα: η θρησκεία της Αγάπης. Από τη στιγμή αυτή ο Θεός παραγγέλλει, η θρησκεία διαβιβάζει και ο Ηπειρώτης εκτελεί. Για τον Ηπειρώτη η θρησκεία είναι ένα σύνολο κανόνων που παρέχει υλικό για την ερμηνεία του κόσμου, την κατανόηση του σκοπού και του βαθύτερου νοήματος της ζωής και την κατά Θεόν πράξη. Σύμφωνα μ΄ αυτά πολύτιμος σύντροφος του Ηπειρώτη στο δύσκολο δρόμο της ζωής είναι η θρησκεία του, ως ένας ακούραστος απαιτητής πνευματικής ανόδου και της ηθικής τελειότητας και όχι μόνον, καθόσον για τον Ηπειρώτη η θρησκεία του είναι εκείνη που του μεταβάλλει ακόμη και τον κάθε πόνο του σε μια ηδονή μοναδική που δεν περιγράφεται με λόγια!

«Ο βαθύτατα θρησκευτικός άνθρωπος είναι και δημιουργικός» υποστηρίζει κάποιος σοφός. Και πράγματι, οι Ηπειρώτες εκείνοι είχαν αναπτύξει πέρα από την αληθινή θρησκευτικότητα και τις τέχνες και τα γράμματα. Το αληθές του λόγου τούτου μας το επιβεβαιώνουν τα κάθε λογής απομεινάρια που μας έχουν κληροδοτήσει: βρύσες, γιοφύρια, ελαιοτριβεία, τοιχογραφίες, θέατρα και γενικά την Ηπειρώτικη Τέχνη. Μια τέχνη που έχει σαν βασικό σκοπό της να προκαλεί στην ανθρώπινη ψυχή ευάρεστες αισθητικές συγκινήσεις, να την αποδεσμεύουν από τα πάθη και να την οδηγούν στη σφαίρα του ωραίου και του ηθικού. Το θέατρο της Δωδώνης, για παράδειγμα, το έφτιαξαν για να αποκαλύπτει στους Ηπειρώτες της εποχής εκείνης τις μεγάλες αλήθειες της ζωής και τούτο διότι μόνο το θεατρικό έργο καλεί τον άνθρωπο να γίνει ανθρωπινότερος, να αποκτήσει εμπειρίες ξεχωριστές και τον βοηθάει να συλλάβει μηνύματα βαθιά. Πέραν τούτου ένα παραδοσιακό Ηπειρώτικο μουσικό κομμάτι, για παράδειγμα, ξέρει να ανακουφίζει, να ξεκουράζει, να ενεργεί σαν βάλσαμο και να εκτονώνει τη φορτισμένη ψυχή από τα πάθη και την πεζότητα. Nα γιατί οι φιλόσοφοι θεωρούσαν τη Μουσική γενικά σαν αυτή καθαυτή τη φιλοσοφία της ζωής και σαν μια απόλαυση πιο έντονη ακόμα και από την Ποίηση! Η Μουσική για τον Ηπειρώτη είναι αυτή η ίδια η ζωή του. Η ζωή χωρίς τη Μουσική θα ήταν ένα πελώριο σφάλμα και σ΄ αυτή καταφεύγει όχι μόνο στις χαρές, αλλά και στις λύπες. «Μέγας θησαυρός η Μουσική και βέβαιος άπασι τοις μαθούσι παιδευθείσί τε και γαρ τα ήθη παιδεύειν και θυμοειδείς καταπραΰνει» υποστηρίζει ο φιλόσοφος. Και πράγματι. Η παραδοσιακή μας μουσική εξευγενίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα, εξημερώνει τα ήθη, δημιουργεί ψυχική ευφορία και αγαλλίαση. Ακόμα, ενθουσιάζει και προβληματίζει, συγκινεί και δίνει περιεχόμενο στη ζωή του Ηπειρώτη. Αυτή είναι εκείνη που οδηγεί τον άνθρωπο σε ύψη πνευματικά, πέρα από τα φθαρτά και τα σύνορα της ύλης, εκεί όπου η ψυχή και το πνεύμα εξαγνίζονται και αγγίζουν την τελείωση. Η παραδοσιακή μουσική μας, εν κατακλείδι, είναι Παιδεία και κατά συνέπεια είναι και αποτελεί για τον Ηπειρώτη μια βασική ανάγκη, γιατί αυτή και μόνο μπορεί να τον οδηγήσει στην ολοκλήρωση, στην αρετή και την ηθικοποίησή του και όχι μόνον, καθόσον εν μέρει και ως υμνωδός της Ηπειρώτικης Ιστορίας καλλιεργεί και την ιστορική και την εθνική μας συνείδηση.

Τούτο το εισαγωγικό «Ανάγνωσμα», φίλε αναγνώστη, έχω τη γνώμη ότι πρέπει να αποτελέσει για όλους μας μια αφορμή για σύγκριση του χτες και του σήμερα. Με άλλα λόγια να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε για το «τι χάσαμε, τι πρέπει, και τι μας λείπει», όπως θα μας έλεγε και ο ποιητής. Μόνο έτσι θα νιώσουμε ευτυχισμένοι, διότι ευτυχισμένη κοινωνία είναι εκείνη που έχει κατανοήσει το παρελθόν της και παράλληλα παραδειγματίζεται απ΄ αυτό. Το παρελθόν δεν το σπουδάζουμε για το παρελθόν, μια τέτοια σπουδή είναι μια ξερή και άγονη προγονοπληξία, με απλά λόγια μια καθαρή πνευματική και ηθική αυτοκτονία. Το παρελθόν το σπουδάζομε για το παρόν και για το μέλλον. Η γνώση του παρελθόντος μας δίνει τη δυνατότητα να βρούμε και να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Για παράδειγμα, στους αγώνες και στη δράση των Ηπειρωτών του χτες, μπορούμε να δούμε καθαρά και ξάστερα τους δικούς μας αγώνες και τη δική μας συμπεριφορά και δράση. Τούτο το Ανάγνωσμα και τα άλλα που θα ακολουθήσουν αυτόν το στόχο έχει: Να σφυρηλατήσει την Ελληνική Ηπειρώτικη συνείδηση για να διατηρήσει η ράτσα μας την ταυτότητά της και να μη ξεθυμάνει. Τούτο το τελευταίο απειλείται ιδιαίτερα σήμερα με την πολύπλευρη κρίση που περνάμε σαν κοινωνία από οικονομικής και ηθικής άποψης. Μια κρίση φρονώ που μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με την Ηπειρώτικη Ανθρωπιά.

Φίλε αναγνώστη. Να σε ευχαριστήσω που με διάβασες. Ελπίζω να αποζημιώθηκες για τον κόπο σου, και να πήρες μια γεύση για το τι θέλει να μας πει ο Όμηρος με το από τέτοια γενιά κι από τέτοιο αίμα καυχιέμαι ότι είμαι. Αυτός ο στίχος, κατ΄ εμέ, αποτελεί κριτήριο με το οποίο αξιολογείται και βαθμολογείται η Ηπειρώτικη Ανθρωποσύνη, κατά συνέπεια το κριτήριο αυτό, ως γνήσιοι Ηπειρώτες, δεν έχουμε το δικαίωμα ούτε να το αγνοούμε, ούτε να το περιφρονούμε και το χειρότερο και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να το χλευάζουμε. Μια τέτοια συμπεριφορά φρονώ ότι στιγματίζει ανθρώπους που διέπονται από έναν απελπισμένο μηδενισμό, κατά συνέπεια, ποιος λογικός άνθρωπος θα τολμούσε προκειμένου να φωτίσει μια πράξη, να δείξει αδιαφορία για το φως που του προσφέρει η ιστορία του παρελθόντος από το οποίο προέρχεται και από το οποίο έχει διαμορφώσει το παρόν του, όσο αμυδρό κι αν είναι αυτό το φως, ακόμη και φλογίτσες θα έλεγα που τρεμοσβήνουν μέσα στη νύχτα; Άλλωστε, το αληθές του λόγου τούτου μας το επιβεβαιώνει περίτρανα και η σημερινή κατάσταση που βιώνουμε, καθόσον, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η ακατανοησία μας γι΄ αυτό το παρόν που μας ταλανίζει, είναι γέννημα και θρέμμα, χωρίς αντίρρηση, της άγνοιας που έχομε για το παρελθόν μας τόσο ως λαός όσο και ως πολιτική ηγεσία …

«Εν κατακλείδι» , απευθυνόμενος στους Ιστορικούς μας θα ήθελα να τους υπενθυμίσω ότι ένα βασικό εφόδιο ενός Ιστορικού είναι ή θα πρέπει να είναι η Πνευματική του Εντιμότητα. Τούτο τι σημαίνει; Σημαίνει απλά ότι δεν πρέπει να λέει κάτι, όταν ξέρει ότι αυτό είναι λάθος αφενός και αφετέρου να τολμά και να λέει ό,τι πιστεύει με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι αληθινό. Τούτο, φυσικά, είναι συνάρτηση δύο φαινομενικά αντιφατικών ιδιοτήτων: του κριτικού πνεύματος από τη μια και του χαρίσματος της συμπάθειας από την άλλη. Μόνον ένας τέτοιος Ιστορικός που αντιστέκεται στις προκαταλήψεις τις δικές του αλλά και των αναγνωστών του και ακόμη και στις λανθασμένες εντυπώσεις που έχουν καθιερώσει κάποιοι σύγχρονοί του, που εξηγεί και ερμηνεύει το ιστορικό γεγονός μπορεί να το μεταφέρει από το παρελθόν στους συγκαιρινούς του, και η δύναμη ενός Ιστορικού, θέλω να πιστεύω, ότι εξαρτάται από το φορτίο της αλήθειας που μπορεί ν΄ αντέξει. Αλλά, υπάρχουν και κάποιες ιστορικές «κορυφές» πολύ ψηλές, στην ανάβαση των οποίων αποκάμνει ακόμη και αυτή η ιστορία. Στην περίπτωση αυτή καλό είναι να αφήνουμε το θρύλο για να διηγηθεί τη δόξα τους. Πέραν τούτου δεν πρέπει να ξεχνάμε και τούτο: ότι κάθε ιστορικό γεγονός είναι και σύγχρονο. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει απλά ότι τα ιστορικά γεγονότα δεν βρίσκονται και δεν πρέπει να βρίσκονται εκεί στο παρελθόν αφημένα και παραμελημένα, καθόσον μπορούν να ερμηνεύσουν το παρόν και μάλιστα αυτό το παρόν που βιώνουμε σήμερα, διευκολύνοντας την πνευματική και την πολιτική και γενικά την κοινωνική μας κατάσταση …, αλλά τι λέω τώρα το πλήθος το απαίδευτο και με μια ηγεσία ανιστόρητη, δυστυχώς, είναι καταδικασμένα …

Εύχομαι να με κατάλαβες για σήμερα, φίλε μου αναγνώστη. Θα τα ξαναπούμε στο επόμενο μάθημα. Γεια σου και χαρά σου.

Επιμέλεια: Χρυσόστομος Γεωργίου (Φιλόλογος – Συνταξιούχος).