Για ένα φιλότιμο… Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Εγκαινιάστηκε την 1. Ιουνίου στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας «Γιάννης Μόραλης»
η Έκθεση φωτογραφίας για τον Ελληνισμό του Πόντου, που διοργάνωσε ο Δήμος
Αρταίων σε συνεργασία με τον Ποντιακό Σύλλογο Βίγλας «Οι πρόσφυγες» και τον
Σύλλογο Φίλων Παναγία Σουμελά-Άρτας.
Η εκδήλωση έγινε με αφορμή την φετινή συμπλήρωση 99 ετών από τον ξεριζωμό των
Ελλήνων του Πόντου και παρέστησαν μέλη των δυο συλλόγων, καθώς και μέλη
Ποντιακών συλλόγων της ευρύτερης περιοχής, ενώ ακούστηκαν ποντιακά τραγούδια,
μέλη των συλλόγων χόρεψαν ποντιακούς χορούς συνοδεία ποντιακής λύρας και
σερβιρίστηκαν ποντιακά εδέσματα.
Οι φωτογραφίες από το αρχειακό υλικό του συλλόγου «Οι πρόσφυγες» Βίγλας, που
πρέπει κάθε συμπολίτης μας να δεί και να αξιολογήσει, να σκεφτεί και να
θυμηθεί.Τι; Μα το χαμένο μας φιλότιμο που πάντοτε θα μας θυμίζει το ποντιακό
στοιχείο που έρχεται να μας διδάξει κάτι σε τόσο δύσκολους καιρούς. Το
αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο ένας άλλος πρόσφυγας, ο Γ. Ιωάννου στο
κείμενό του «Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς»… « Κι όμως πόση
συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική
σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά
και σού ‘ρχεται ν’ αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες
δειλιάζουν μέσα στο νου· μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς
ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους,
κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πώς αυτός πού μου μιλά είναι δικός μου
άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και
γύρισα επιτέλους. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε
γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει· εκτός κι αν είναι αληθινό
πώς ο άνθρωπος αποτελείται απ’ αυτά πού τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από
δω. Και πως εξηγείται τότε όλη αυτή ή λαχτάρα;…. Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά
παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς· στα έτοιμα
και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους πού αδιαφορούν τελείως για
μένα, κι εγώ γι’ αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας
αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σού μιλήσουνε, κρύβουν
συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα να ‘ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, ή
τελευταία λέξη τού πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονα
σου. Πονηρά πράγματα βέβαια· προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι
αταξίες. Γι’ αυτό ζηλεύω αυτούς πού βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους,
στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ’ ένα
προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω.» Ας ξεδιψάσουμε
μ΄ένα ποτήρι νερό, ας ακούσουμε τις ιστορίες τους που αποτυπώνονται σοφά
σ΄αυτές τις φωτογραφίες. Κι ας ψάξουμε για τις πηγές και τις χαμένες μας πατρίδες