«ΟΥ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».-του Χρυσόστομου Γεωργίου

Πολύς λόγος έγινε και γίνεται τον τελευταίο καιρό γύρω από το πρόβλημα του ελληνικού ποδοσφαίρου και συγκεκριμένα γύρω από την αθλητική Δικαιοσύνη. Τον αθλητισμό γενικά και ειδικά και το ελληνικό ποδόσφαιρο που συνοδεύεται από δύναμη, μεγάλη τύχη και εξουσία, η μεν Δικαιοσύνη τον κάνει τέλειο, η δε αδικία άγριο και απάνθρωπο. Δυστυχώς, στις μέρες μας η σχετική αυτή αλήθεια μου φαίνεται ότι και αμφισβητείται και το χειρότερο και ότι αγνοείται συνειδητά, άλλωστε τα τελευταία γεγονότα που βίωσε η ελληνική κοινωνία επιβεβαιώνουν απόλυτα του λόγου τούτου το αληθές(!) …

Βιώνουμε, δυστυχώς, σήμερα και στο χώρο του ποδοσφαίρου αλλά και στην κοινωνία μας γενικότερα να κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας, ο νόμος του ισχυροτέρου με αποτέλεσμα το συναίσθημα της Δικαιοσύνης που είχε ποτίσει την ψυχή των αρχαίων Ελλήνων και που το είχαν τοποθετήσει στην κορυφή όλων των μορφών της ΑΡΕΤΗΣ, να διαφέρει στην κυριολεξία ο λόγος ο ορθός από το λόγο της Δικαιοσύνης, δικαιώνοντας απόλυτα τους Σοφιστές εκείνης της εποχής που υποστήριζαν πως το πραγματικό δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου, κι ότι η αξία της Δικαιοσύνης είναι ανάλογη με τις ωφέλειες που προσφέρει στον άνθρωπο. Όσοι υποστηρίζουν σήμερα την άποψη αυτή φρονώ ότι αγνοούν μια αληθινή φωνή, τη φωνή του Σωκράτη, που θεώρησε χρέος και δικαίωμα μαζί, να απαλλάξει τη Δικαιοσύνη από τους εχθρούς της και να πλέξει το εγκώμιό της, ως απόλυτης αξίας της ζωής, που δεν θα είχε και τόση σημασία, αν δεν το επισφράγιζε με το θάνατό του!

Φίλε αναγνώστη, « Η μεν ανομία αναρχίας γνώρισμα έστι, η δε τάξις τον ηγεμονεύοντα δείκνυσι». Συνέπεια άμεση, κατά κοινή ομολογία, της ΑΝΟΜΙΑΣ η αταξία, δηλ. η έλλειψη των στοιχείων όχι μόνο της ομαλής αθλητικής αλλά και της πολιτειακής και γενικά της κοινωνικής μας ζωής. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί την ανισότητα των πολιτών, την παραθεώρηση των αξιών, την ασέβεια προς τα θέσμια και την προβολή του « ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Αντίθετα, η «τάξις» είναι η εύγλωττη προβολή της νομιμότητας, της δικαιοσύνης και της αναγνώρισης των αξιών. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση, ως υπεύθυνη για την ευταξία και ως ένοχη της αταξίας, παρουσιάζει διά των πράξεών της τον εαυτό της και μπροστά σ΄ αυτή την κρίση που βιώνουμε σήμερα πρέπει να καταλάβουμε κυβέρνηση και λαός, ηγεσία και ο καθένας μας ξεχωριστά ότι, απ΄ όλες τις μεγάλες ηθικές αφαιρέσεις, η Δικαιοσύνη παρουσιάζει αναμφίβολα τη μεγαλύτερη διμορφία, στηριζόμενη σύγκαιρα και στο άτομο και στην κοινωνία. Για ό,τι γίνεται στις μέρες μας ο καθένας μας κατά βάση είναι και υπεύθυνος και κατηγορούμενος και η κοινωνία μας πρέπει να σηκώσει ολοκληρωτικά τις ευθύνες της. Μόνον τότε θα δώσουμε ουσιαστικό ηθικό περιεχόμενο στις πράξεις μας, θα υψώσουμε παράλληλα τη Δικαιοσύνη ενάντια στο δίκαιο του ισχυροτέρου, με το οποίο πετύχαμε σήμερα την ταπείνωση του Νεοέλληνα και το στραγγαλισμό των δικαιωμάτων του και μόνον έτσι θα τιμήσουμε και τον αρχαίο σοφό που υποστήριζε ότι «ΟΥ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ» και μάλιστα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν πρέπει να διαφέρει …

Το αληθές του λόγου τούτου έχει να κάνει με την κοινωνική συμβίωση που υπαγορεύεται από την ανάγκη της αδυναμίας του ενός να ζήσει από μόνος του. Η «πολιτική» συνείδηση εξάλλου είναι καρπός και αποτέλεσμα της Λογικής του. Και η ορθή σκέψη αποκαλύπτει το μέτρο των αξιών, οι οποίες, όταν γίνονται σεβαστές, δίνουν μορφή στην έννοια της δικαιοσύνης. Συνεπώς, ο ορθός και ο δίκαιος λογισμός είναι ισοδύναμες και παράλληλες δυνάμεις μιας ευνομούμενης κοινωνίας αφενός και αφετέρου σκέπτεται ορθώς εκείνος που σκέπτεται επωφελώς και για τους άλλους και για τον εαυτό του. Το δε επωφελώς εξυπακούει φυσικά την ανθρωπιστική ερμηνεία της ζωής. Από της πλευράς αυτής ορθός λόγος είναι η ανθρωπιστική σκέψη.

Από την άποψη αυτή και ο δίκαιος λόγος εξαρτάται από τον ορθό λόγο. Με άλλα λόγια ο λόγος ο ορθός και ο λόγος της δικαιοσύνης ταυτίζονται. Και τούτο διότι το ορθόν έχει να κάνει με ό,τι συμφέρει και ό,τι καλύπτει πιο πλατιά τις κοινωνικές αντιλήψεις και επιθυμίες. Παράδειγμα, η κοινωνική πρόοδος, ως σκοπός καλύπτει την αναζήτηση του συνόλου και γι΄ αυτό είναι ορθός ο προσανατολισμός αυτός. Το δε δίκαιο, εφόσον υπαγορεύεται από την κάλυψη των αναγκών και των δικαιωμάτων της κοινής συμβίωσης είναι και ευρύτερα αποδεκτό. Η δικαιοσύνη είναι μια κρίση και το ορθό κριτήριο περί του πρακτέου και του φευκτέου. Είναι με λόγια απλά η ορθή αποτίμηση μιας πράξεως και το ορθόν είναι γενικά το δίκαιο αίσθημα και μια τίμια τοποθέτηση στα προβλήματα μιας κοινωνίας.

Η διαφορά, κατά συνέπεια, του λόγου του ορθού και του λόγου της δικαιοσύνης είναι μορφική και όχι ουσιαστική. Ο δίκαιος λόγος ακολουθεί και ο ορθός λόγος προηγείται. Αλλά και ο ορθός λόγος ως θεωρούμενος τοιούτος από την πλευρά του δικαίου, έπεται της δικαιοσύνης. Τούτο τι σημαίνει; – Σημαίνει με λόγια απλά ότι, όταν αναζητούμε το δίκαιο, ζούμε ορθά και σωστά και όταν σκεπτόμαστε το ορθόν, ζούμε κατά τρόπο δίκαιο.

Επειδή, «εν κατακλείδι», πολλές φορές, δυστυχώς, το δίκαιο υπαγορεύεται από ισχυρές καταστάσεις, το ορθόν διαφέρει. Άρα, για να έχομε ταύτιση του ορθού και του δικαίου λόγου, πρέπει να τοποθετούμαστε εξωκαιρικά, δηλ. ανεπηρέαστα και αμερόληπτα με βάση πάντοτε τον άνθρωπο. Αν η δικαιοσύνη και η ορθοφροσύνη συναντιούνται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τότε μόνο έχουμε ταύτιση. Διαφορετικά, το ορθόν είναι τελείως ξένη έννοια από τη δικαιοσύνη, η οποία δίκην «δουρείου ίππου» κυριεύει την ελευθερία και την περηφάνια γενικά του Έλληνα πολίτη και ειδικά του Έλληνα φίλαθλου. Θέλω να πιστεύω για παράδειγμα ότι οι τελευταίες αποφάσεις της Αθλητικής Δικαιοσύνης για τα ποδοσφαιρικά δρώμενα δε σχετίζονται και δεν είναι «δίκη δουρείου ίππου». Το εύχομαι ολόψυχα … διότι το να είναι κανείς καλός είναι εύκολο, δύσκολο είναι το να είναι κανείς δίκαιος θα μας έλεγε ο Πασκάλ.

Πιστεύω πως μια κοινωνία ευτυχεί ιδιαίτερα, όταν σ΄ αυτή, όσοι δεν αδικούνται, παρουσιάζουν και τιμωρούν αυτόν που αδίκησε, όχι λιγότερο από αυτόν που αδικήθηκε, αλλά πέραν τούτου κλείνοντας θα ήθελα να υπενθυμίσω και να σχολιάσω λίγο και το Μένανδρο που έλεγε: «Το μηδέν΄ αδικείν πάσιν ανθρώποις πρέπει». Τούτο τι σημαίνει; – Σημαίνει απλά: πρώτον, ότι το δίκαιο και ο σεβασμός δεν είναι προνόμιο που ανήκει ή διεκδικείται από τους λίγους. Είναι πανανθρώπινο και καθολικότατο δικαίωμα και τούτο παράλληλα είναι μια εύγλωττη μαρτυρία περί της σπουδαιότητας του αγαθού της δικαιοσύνης. Δεύτερον, το «πρέπει» συνεπώς δεν είναι μια απλή προτροπή, αλλά μια καθαρή αναγκαιότητα. Επειδή πολλές φορές ο άνθρωπος ρέπει προς την αδικία, μάλιστα δε όταν δι΄ αυτής εξυπηρετούνται τα προσωπικά συμφέροντά του, το «πρέπει» νοείται και είναι και ένας εσωτερικός αγώνας. Έτσι το αίσθημα της δικαιοσύνης γίνεται μια βιωματική κατάσταση. Και τρίτον, το «μηδένα» σημαίνει δικαιοσύνη από όλους και για όλους. Μόνο έτσι ο άνθρωπος φθάνει σε αληθινές κοινωνικές τοποθετήσεις. Χρέος μας, λοιπόν, να ρυθμίσουμε την αθλητική και γενικά την κοινωνική μας ζωή με βάση την αρετή της Δικαιοσύνης, για να πετύχουμε αυτό που επιθυμούμε: την αθλητική και την κοινωνική ειρήνη και ομόνοια και να δικαιώσουμε και τον Κοραή που έλεγε ότι η Δικαιοσύνη είναι θυγατέρα της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης. Αυτή την κοινωνική ειρήνη την έχουμε ανάγκη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, διότι οι κίνδυνοι που μας παραμονεύουν είναι πολλοί και ο διαχωρισμός μας, για παράδειγμα, σε βόρειους και νότιους Έλληνες με βάση κάποιες αδικίες που έγιναν στο ποδόσφαιρό μας, είναι και απαράδεκτος και επικίνδυνος και θα αποβεί και καταστροφικός …

Συνεπώς, η αθλητική και γενικά η Δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι δίκαιη και ίση σε όλες της τις αποφάσεις, αλλά με λύπη κιόλας και με ευσπλαχνία δηλ. και με τη σχετική επιείκεια που θα εκδηλώνεται ως μορφή καλοσύνης και όχι αδυναμίας …Αλήθεια, πόσο όμορφα ακούγονται αυτές οι λέξεις και αυτές οι αλήθειες, αλλά και πόσο δύσκολα, δυστυχώς, εφαρμόζονται στην πράξη; Γιατί άραγε; – Η απάντηση δική σου, φίλε, Αναγνώστη μου …

Γεια σου και χαρά σου.

Επιμέλεια: Χρυσόστομος Γεωργίου (Συνταξιούχος – Φιλόλογος).