Τα έθιμα της Αποκριάς.

Τα έθιμα της Αποκριάς είναι πάρα πολύ παλιά και ανάγονται στην εποχή που δεσπότης της Αρτας ήταν ο Κάρολος Α’, ο Τόκος.

Ο Κάρολος, επειδή νοστάλγησε την πατρίδα, του θέλησε να γιορτάσει στην Αρτα το παραδοσιακό καρναβάλι. Σκέφτηκε τις παραμονές του 1407 να προσκαλέσει κόσμο για να γιορτάσει το καρναβάλι στο αρχοντικό του. Κάλεσε τους αξιωματούχους, τους κτηματίες και τους γιατρούς, που ξεφάντωσαν μασκαρεμένοι μέχρι το πρωί. Αυτό το γεγονός εντυπωσίασε την τοπική κοινωνία και ζήτησε από τον Κάρολο να τους δώσει την άδεια να γιορτάζουν την Αποκριά και να ντύνονται, με προσωπίδα, γιατροί. Ο γιατρός είναι μια φιγούρα της Commedia dell’ Arte και έρχεται από τη Βενετία. Μετά τις δύο επιδημίες πανώλης που έπληξαν την πόλη, οι γιατροί συνήθιζαν να φοράνε μάσκες για να μην κολλήσουν. Ετσι μπήκε στο Καρναβάλι ο dotore di morto-γιατρός του θανάτου. Τα επόμενα χρόνια γίνονταν χαλασμός και πανζουρλισμός από τους μεταμφιεσμένους με προσωπίδα γιατρούς, οι οποίοι χαρούμενοι τραγουδούσαν:«Θα γίνουμε γιατρούδες θα γίνουμε γιατροί την Καθαρή Δευτέρα θα φάμε πιταστή».Image result for arta εθιμα αποκριας

Οι ευτυχισμένες όμως μέρες τελείωσαν με τον θάνατο του Καρόλου και την άλωση της Αρτας το 1449 από τους Τούρκους. Τότε, με πρωτοβουλία των κατοίκων, έστειλαν τον Δημήτρη Χαϊκάλη στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον αντιπρόσωπο του Σουλτάνου. Αυτός δέχτηκε το αίτημα του λαού να γιορτάζεται η Αποκριά στην Αρτα, να ντύνονται οι κάτοικοι γιατροί και να γλεντάνε. Με την πάροδο του χρόνου και κάτω από το βάρος της σκλαβιάς, οι κάτοικοι σκαρφίζονται νέα στιχάκια, με υπονοούμενα για τους Τούρκους κατακτητές.Image result for arta εθιμα αποκριας

Δεν τους γ…. τη μάνα, των κερατάδωνε,

θέλουν να μας βαρέσουν και πάλι σκιάζονται.

Από το 1600, άλλοι λένε ίσως και αργότερα, άρχισαν να παίζουν τον Πανάρατο, που είναι λαϊκή διασκευή της Ερωφίλης του Χορτάτζη. Αυτό το έθιμο ήλθε από την Ζάκυνθο και έχει ρίζες από στη Βενετία. Τα μέλη του θιάσου ήταν περίπου είκοσι. Κύρια πρόσωπα ήταν ο Βασιλιάς, ο Χάρος, η Βασιλοπούλα, ένας ή δυο σαλπιγκτές και πέντε αξιωματικοί.

Παραπέμπω λίγους διαλόγους από το έργο:

Βασιλιάς: Πανάρατε …παιδί μου , έλα εμπρός μου να σου πω, δυο λόγια να σου κρίνω.

Πανάρατος: Τους ορισμούς Σας γροίκησα της υψηλότητός Σας, ήθελα μάθω βασιλιά ποιο είν’ το πρόσταγμά σας.

Βασιλιάς: Θέλω να πεις στην κόρη μου την πολυαγαπημένη… να της πεις να παντρευτεί θα κάνουμε τους γάμους…

Τα χρόνια περνάνε. Η Αρτα απελευθερώνεται από τους Τούρκους το 1881. Οι κάτοικοι, ελεύθεροι πια, θέλουν να γιορτάσουν, να γλεντήσουν και να μασκαρευτούν. Με την αρχή του Τριωδίου η πόλη ξεσηκώνεται από τα όργανα. Τα μαγεριά γεμίζουν από παρέες. Ολοι πίνουν ντόπιο μαύρο κρασί, ούζο και τσίπουρο. Την Τσικνοπέμπτη οι μανάδες τσίκνιζαν τα τσουκάλια και μουντζουρώνονταν για το καλό του χρόνου. Οι λεγόμενες «μπούλες», οι μεταμφιεσμένες παρέες, έμπαιναν στις ταβέρνες και στα καφενεία δημιουργώντας θόρυβο και πειράζοντας τους άλλους θαμώνες.

«Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου παιδί

εγώ θα σε γανώσω κι ας πάω φυλακή».

Μια άλλη επινόηση ήταν η Γκαμήλα, ένα σκελετωμένο κεφάλι αλόγου δεμένο σ’ έναν πάσσαλο, μια τάβλα, που τη στήριζαν σε μια κουβέρτα και για να μη φαίνεται η άκρη του ξύλου, τη στόλιζαν με αλογίσια ουρά. Ο Γκαμηλιέρης φορούσε μια προβιά στο κεφάλι και έφερνε βόλτα τις γειτονιές. Την ίδια μέρα έβγαινε και η αρκούδα, που ήταν κάποιος που είχε μεταμφιεστεί. Ο αρκουδιάρης χτυπούσε το ντέφι και η αρκούδα έκανε πως θέλει να τον φάει.

Το Σάββατο της Αποκριάς και το Σάββατο της Τυρινής έβγαινε το αρτινό γαϊτανάκι και έρχονταν και τα άλλα γαϊτανάκια από τα γύρω χωριά, με τα βιολιά. Οι άντρες ήταν ντυμένοι με φουστανέλα και φέσι. Τα μισά παιδιά ήταν ντυμένα με φουστανέλες και τα έλεγαν γενίτσαρους και τα υπόλοιπα, με γυναικεία φορέματα και τα έλεγαν νύφες. Το γαϊτανάκι ήταν ένα ξύλο που στην κορυφή του είχε χρωματιστές κορδέλες. Σαν βράδιαζε, το γαϊτανάκι έμπαινε στην μπάντα σε κάποια γωνιά του καφενείου κι εκεί οι κάτοικοι γλεντούσαν μέχρι το πρωί. Εβλεπες στα πρόσωπα των Αρτινών το γέλιο και τη χαρά. Οι Απόκριες είχαν γλέντι και τραγούδι. Απ’ όποιο σπίτι και να περνούσες τα βράδια, θα αισθανόσουν το ξεφάντωμα εκείνων των ημερών.

Στο διάστημα 1906-1910 έκαναν την εμφάνιση τα αποκριάτικα άρματα, γνωστά ως αρτινά κομιτάτα. Η πιο σπουδαία όμως εμφάνιση αρμάτων έγινε το 1924 στην πόλη με τη συνεργασία του Συλλόγου «Σκουφάς», της δημοτικής αρχής αλλά και των τοπικών σωματείων. Ολοι οι Αρτινοί ήταν επί ποδός. Τραγουδούσαν, πετούσαν σερπαντίνες, κομφετί. Τα παιδιά είχαν ροκάνες, φούσκες και τρομπέτες. Μια άλλη αξέχαστη Αποκριά ήταν το 1930, όταν εμφανίστηκε το «Πανόραμα». Ηταν ένα φορτηγό, που το είχαν ντύσει έτσι ώστε να μοιάζει με άρμα και επάνω του ήταν μεταμφιεσμένοι που τραγουδούσαν:

Ελάτε να δείτε το Πανόραμα

Για μια φορά στα σοβαρά

Να δείτε όλων τις καρικατούρες

Των πολιτικών κι άλλα πολλά…

Είναι αλήθεια πως οι παλαιοί Αρτινοί τις μέρες της Αποκριάς έδιναν μια χαρούμενη ατμόσφαιρα με ζωντανά τραγούδια και στιχάκια. Μερικά από τα στιχάκια και τα τραγούδια είναι:

Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου παιδί

εγώ θα σε φιλήσω κι ας πάω φυλακή.

-Ράκια, ράκια, ράκια,

μας πήρανε τον τέντζερη

μαζί με τα γιαπράκια.

Οι εκδηλώσεις της Αποκριάς σταμάτησαν με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ξανάρχισαν δειλά, δειλά το 1953. Ομως τα πράγματα και οι καταστάσεις δεν ήταν όπως παλιά. Η Ελλάδα προερχόταν από την εμφύλια διαμάχη και ο λαός έμοιαζε σαν να είναι μαζεμένος. Η Αποκριά εξακολούθησαν και τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι σήμερα να είναι περίοδος γλεντιού και ξεφαντώματος. Οι Αρτινοί διατήρησαν πολλά από αυτά τα έθιμα. Με στυλοβάτες τους Συλλόγους «Σκουφάς», «Μακρυγιάννης», τις γυναίκες της Αρτας (που διοργανώνουν το καρναβάλι Γυναικών, τη δεύτερη Τετάρτη της Αποκριάς) αλλά και άλλους τοπικούς συλλόγους, κατάφεραν κάθε χρόνο να γλεντούν, διατηρώντας τα έθιμα. Με το γαϊτανάκι, τον Πανάρετο, τα στιχάκια αλλά και χορεύοντας τα παραδοσιακά τραγούδια αποτελούν έναν πόλο αντίστασης στη λαίλαπα του μοντερνισμού.