Ενας στους τέσσερις εργάζεται σε εταιρεία-«ζόμπι» στην Ελλάδα.

Του Θανάση Παπαδή*

Σχεδόν ένας στους τέσσερις εργαζομένους στην Ελλάδα δουλεύει για μία από τις πολλές εταιρείες-«ζόμπι», ενώ το 28% των κεφαλαίων που επενδύονται στη χώρα κατευθύνονται στους ζωντανούς-νεκρούς του εγχώριου επιχειρείν, στερώντας από την υπόλοιπη οικονομία τη ρευστότητα που χρειάζεται για να βγει από το τέλμα. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαρδιωτικά, όμως οι επιχειρήσεις-«ζόμπι» είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ολόκληρη η ευρωζώνη, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής του φθηνού χρήματος που ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Εταιρείες-«ζόμπι» χαρακτηρίζονται εκείνες που σε μια ανταγωνιστική οικονομία κανονικά θα έπρεπε είτε να έχουν χρεοκοπήσει είτε να υποστούν μια επώδυνη αναδιάρθρωση. Χρόνια ζημιογόνοι και καταχρεωμένοι, οι ζωντανοί-νεκροί του ευρωπαϊκού επιχειρείν επιβιώνουν με ενέσεις χρήματος από τις τράπεζες και τους μετόχους τους. Και καθώς φυτοζωούν, στερούν πολύτιμα κεφάλαια από τα πιο υγιή κομμάτια της οικονομίας, καταδικάζοντας την ευρωζώνη να μένει κολλημένη στον «βάλτο» της χαμηλής παραγωγικότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, περίπου το 10% των επιχειρήσεων σε έξι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι «ζόμπι», ποσοστό που έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με τα επίπεδα του 2007. Οπως θα περίμενε κανείς, το πρόβλημα είναι εντονότερο στις χώρες του Νότου, καθώς στην Ιταλία και την Ισπανία το ποσοστό των εταιρειών-«ζόμπι» έχει τριπλασιαστεί από την αρχή της κρίσης.

Στην Ιταλία, οι εταιρείες-«ζόμπι» και η χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας είναι δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Στον κλάδο του τσιμέντου, για παράδειγμα, η παραγωγή έχει μειωθεί κατά 60% από τα υψηλά του 2006. Και όμως, η Ιταλία μετρούσε στο τέλος του περασμένου έτους 24 τσιμεντοβιομηχανίες, μόλις πέντε λιγότερες σε σχέση με το 2007.

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι και ισχυρές οικονομίες, με υψηλή παραγωγικότητα, όπως η γερμανική, δεν κρύβουν ζωντανούς-νεκρούς. Στη Γερμανία, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στον ναυτιλιακό κλάδο, όπου, παρότι η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση άφησε πολλές εταιρείες σε αδυναμία να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, οι χρεοκοπίες που έχουν καταγραφεί είναι ελάχιστες.

Οπως δείχνουν οι έρευνες, οι αδύναμες επιχειρήσεις τείνουν να συνεργάζονται με αδύναμες τράπεζες, οι οποίες προτιμούν να αναχρηματοδοτούν ή να αναδιαρθρώνουν ακόμα και δάνεια που είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να αποπληρωθούν, παρά να χρειαστεί να τα διαγράψουν. Η πολιτική του φθηνού χρήματος που εφάρμοσε τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαιωνίζει τις πρακτικές αυτές, αφού δίνει στις τράπεζες τη δυνατότητα να «ντοπάρουν» τα «ζόμπι» του επιχειρείν με πάμφθηνα δάνεια. Στο πλαίσιο αυτό, ακαδημαϊκή μελέτη, την οποία έχει επικαλεστεί ο πρόεδρος της Bundesbank, Γενς Βάιντμαν, στην επιχειρηματολογία του κατά του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, δείχνει ότι ενώ το QE της ΕΚΤ κατάφερε να σταθεροποιήσει τις τράπεζες της Ν. Ευρώπης και να ενισχύσει το δανεισμό, εν τούτοις κατέληξε να δίνει ακόμη περισσότερα δάνεια σε αδύναμες επιχειρήσεις από τις ίδιες τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν καταγράφηκε κάποια θετική επίδραση στην απασχόληση ή τις επενδύσεις.

Τώρα που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιέζει για τη μείωση των κόκκινων δανείων στην ευρωζώνη, το θέμα των εταιρειών-«ζόμπι» έρχεται στο προσκήνιο. «Προκειμένου να διευκολυνθεί η αντιμετώπιση του προβλήματος των “ζόμπι” είναι σημαντικό οι τράπεζες να έχουν ισχυρούς ισολογισμούς και, άρα, τονίζεται η ανάγκη για γρήγορες ανακεφαλαιοποιήσεις μετά τις κρίσεις και άλλα μέτρα που μειώνουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Το πρόβλημα με τις εταιρείες-“ζόμπι” στην Ευρώπη ενδέχεται να οφείλεται, έστω ώς έναν βαθμό, στην ανοχή των τραπεζών» σημειώνει ο ΟΟΣΑ. Βέβαια, πέραν της αποφασιστικότητας των τραπεζών, για να δοθεί λύση στο ζήτημα των ζωντανών-νεκρών χρειάζεται και ένα αποτελεσματικό πτωχευτικό δίκαιο, με τον οργανισμό να θεωρεί ότι οι σχετικές αλλαγές που έχουν γίνει στην ελληνική νομοθεσία αποτελούν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. http://www.liberal.gr

* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος», Αρ. φύλλου 14, Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017.